Ετικέτες

I. Ο ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΕΜΜ. ΣΤΑΜΑΤΗΣ γεννήθηκε στη Σάμο το έτος 1919 και πέθανε στην Αθήνα στις 20 Απριλίου 1992. Σπούδασε στη Νομική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών και έλαβε το πτυχίο του τον Ιούνιο 1944.

Stamatis-1Εισήλθε στον εισαγγελικό κλάδο τον Μάρτιο 1951 με διαγωνισμό, ύστερα από δικηγορική προϋπηρεσία τριών ετών. Προήχθη κατ’ «απόλυτον εκλογήν» στους βαθμούς του Εισαγγελέως Πρωτοδικών, Αντεισαγγελέως Εφετών, Εισαγγελέως Εφετών και Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου. Στις 9 Ιουλίου 1985 προήχθη στο βαθμό του Εισαγγελέως του Αρείου Πάγου και απεχώρησε την 1η Ιουλίου 1986, μετά την συμπλήρωση του ορίου ηλικίας, με τον τίτλο «του ισοβίως επίτιμου Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, για τη μακρά και ευδόκιμη υπηρεσία του ως δικαστικού λειτουργού».

Κατά την διάρκεια τής υπηρεσίας του ως δικαστικού λειτουργού, με εκπαιδευτική άδεια, παρακολούθησε μαθήματα ποινικού δικαίου, ποινικής δικονομίας, ειδικών θεμάτων αστικού δικαίου και φιλοσοφίας του δικαίου, στο γερμανικό Πανεπιστήμιο του Tübingen. Χρησιμοποιoύσε βιβλιογραφία στη γερμανική και γαλλική γλώσσα.

Σύζυγος του, η Βασιλική Μπόμπου-Σταμάτη, φιλόλογος, δ.φ.

ΙΙ. Παράλληλα με τη δικαστική ακολούθησε και την ακαδημαϊκή σταδιοδρομία. Την 10η Μαΐου 1967 αναγορεύτηκε διδάκτωρ τής Νομικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών, με τον βαθμό άριστα, για τη διατριβή του: Η συρροή ποινικών νόμων εν γένει και η μη τιμωρητή πρότερα ή υστέρα πράξις, Αθήναι 1967, με εισηγητή τον καθηγητή Νικ. Χωραφά. Την 19η Μαΐου 1973 αναγορεύτηκε υφηγητής της Νομικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών, ομοφώνως, με τη διατριβή του: Γενικαί αρχαί της φαινόμενης συρροής εγκλημάτων και ιδίως της κατ’ Ιδέαν, Θεσσαλονίκη, 1972, με εισηγητή τον καθηγητή Ιωάν. Δασκαλόπουλο. Τήν 13η Νοεμβρίου 1974 του ανατέθηκε από τη Νομική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών η διδασκαλία των μαθημάτων ποινικού δικαίου και ποινικής δικονομίας. Την 9η Σεπτεμβρίου 1981 έγινε έκτακτος καθηγητής, την 25η Αυγούστου 1982 αναπληρωτής καθηγητής και την 24η Φεβρουαρίου 1986 καθηγητής. Απεχώρησε την 22α Αυγούστου 1986, μετά τη συμπλήρωση του ορίου ηλικίας.

IΙI. Κατά τήν διάρκεια τής υπηρεσίας του στην Ελληνική Δικαιοσύνη και την Πανεπιστημιακή του σταδιοδρομία ασχολήθηκε με τη δογματική επεξεργασία πολλών νομικών ζητημάτων, μερικά από τα οποία αντιμετωπίζονταν για πρώτη φορά από την ελληνική ποινική επιστήμη. Το κύριο χαρακτηριστικό των επιστημονικών εργασιών του ήταν η προσπάθεια συζεύξεως της θεωρίας με την πράξη, «ώστε ν’ αποφεύγονται οι άνευ πρακτικής σημασίας θεωρητικές κατασκευές«. Την επιτυχία αυτής της προσπάθειάς του επισημαίνουν και όλες οι βιβλιοκρισίες των επιστημονικών εργασιών του που έχουν ως τώρα δημοσιευθεί. Για τη διδακτορική διατριβή του ο Ιάκωβος Ζαγκαρόλας παρατηρεί: «…είναι πρώτη εν Ελλάδι εργασία διά της οποίας επιχειρείται η συστηματική έρευνα του προβλήματος της συρροής ποινικών νόμων, θέματος εμφανίζοντος μέγα θεωρητικόν ενδιαφέρον και συγχρόνως σημαντικήν πρακτικήν αξίαν… Η ιδιαιτέρα δε αξία τής πραγματευομένης τοιούτον θέμα μελέτης έγκειται ακριβώς εις το ότι ο συγγραφεύς αυτής, δεν είναι μόνον άριστος θεωρητικός του ποινικού δικαίου, έχων πλήρη γνώσιν της σχετικής διεθνούς βιβλιογραφίας, αλλά και πρακτικός εφαρμοστής με πλήρη εποπτείαν της επί του θέματος αλλοδαπής και ημεδαπής νομολογίας…» (Ποιν. Χρον. ΙΖ (1967), σ. 190) Ευμενείς κρίσεις διετύπωσε επίσης για την ίδια εργασία του και ο Ν. Κορφιάτης: «…η εργασία του κ. Σταμάτη κοσμείται διά της ευσυνειδησίας της ερεύνης, άμα δε και της πληρότητος της αντιμετωπίσεως των ανακυπτόντων εν τη επεξεργασία του θεσμού θεμάτων… Εμφανίζει τούτο ως πληρούν αληθές κενόν εν τη επιστήμη του ουσιαστικού ποινικού δικαίου παρ’ ημίν, και συνιστά πολύτιμον βοήθημα των εν τη θεωρία και τη πράξει του ποινικού δικαίου παρ’ ημίν ασχολουμένων» (Εφημ. Ελλήνων Νομικών, τομ. 34, σ. 726). Για την ίδια εργασία του ευμενή βιβλιοκρισία διετύπωσε και το «Αρχείον Νομολογίας», τομ. ΙΗ΄ (1967), σ. 376.

Για τη διατριβή της υφηγεσίας του έχουν δημοσιευθεί ευνοϊκές βιβλιοκρισίες από τους: 1) Ι. Μανωλεδάκη (Αρμενοπ. 1972, σ. 640 επ.), 2) Α. Κατσαούνη (Αρμενοπ. 1972, σ. 723), 3) Αν. Καρύδα (Δικαιοσύνη, 1972, σ. 646 έπ.), 4) Νικ. Κορφιάτη (Εφημ. Ελλήνων Νομικών, 1973, σ. 126 επ.) και 5) Άννα Ψαρούδα-Μπενάκη (Ποιν. Χρον. ΚΓ, 415). Στη βιβλιοκρισία της τελευταίας αναφέρεται: «…Το υλικόν τούτο, ο άριστος τρόπος επεξεργασίας αυτού και αι γόνιμοι εις πολλά σημεία σκέψεις του σ. καθιστούν το έργον του κ. Σταμάτη μίαν εκ των εκτενέστερων, πληρέστερων και πλέον συστηματικών πραγματειών επί του θέματος της φαινόμενης συρροής αι οποίαι είδον μέχρι σήμερον το φως επί διεθνούς επιπέδου. Ιδιαιτέρως χρήσιμος είναι η εργασία αύτη διά την πράξιν, η εκ της οποίας πείρα του σ. είναι πρόδηλος εις όλόκληρον το έργον, ενώ παραλλήλως αύτη συμβάλλει ουσιωδέστατα εις την ανάπτυξην και προώθησιν της επιστημονικής ερεύνης παρ’ ημίν».

Σχετικά με την μονογραφία του: «Η προκαταρκτική εξέταση στην ποινική διαδικασία και οι αρχές της νομιμότητας και της σκοπιμότητας», Αθήνα 1984, ο Νικ. Παρασκευόπουλος έγραψε: «…η πρώτη εκτενής μονογραφία του κ. Σταμάτη στον τομέα της ποινικής δικονομίας είναι κάτι παραπάνω από ευπρόσδεκτη προέρχεται ακριβώς από τον επιστήμονα πού με όλο του το έργο ως ακαδημαϊκού δασκάλου και εισαγγελικού λειτουργού έχει προσφέρει ένα μοναδικό παράδειγμα συνδυασμού των δύο κατευθύνσεων… Στο σημείο αυτό η δ. του Κ. Σταμάτη είναι πραγματικά υποδειγματική. Η τεκμηρίωσή της με βάση την ελληνική νομολογία και θεωρία είναι διεξοδική και άρτια. Και η προσφυγή στην επιστήμη της Δ. Γερμανίας, της οποίας ο σ. είναι βαθύς γνώστης, εκπληρώνει ακριβώς τους στόχους της συγκριτικής μελέτης. Από την άποψη αυτή η δ. γίνεται ακόμη περισσότερο πειστική στα συμπεράσματα της, και ασφαλώς ικανή να παρέμβει και να συμβάλει στην πρόοδο της ελληνικής θεωρίας και της νομολογίας… Η συνολική θεώρηση που απομένει κατατάσσει τη διατριβή αυτή του Κ. Σταμάτη ανάμεσα στις σημαντικές ελληνικές ποινικές μελέτες» (Ποιν. Χρον. ΛΔ, 974 έπ.).

Καρπός τής επιστημονικής του προσπάθειας για την αρμονική σύζευξη θεωρίας και πράξεως στον τομέα του ποινικού δικαίου και της ποινικής δικονομίας είναι η αποφασιστική της επίδραση στη νομολογία των ποινικών δικαστηρίων μας, όπως προκύπτει από την έκδοση του έργου του: «Ποινικά Σύμμεικτα», Αθήνα 1988, όπου συγκεντρώνονται οι αγορεύσεις και προτάσεις του, διάσπαρτες ως τώρα στο νομικό τύπο, για σημαντικά νομικά ζητήματα του ουσιαστικού και δικονομικού δικαίου. Του έργου αυτού έγινε επανέκδοση το 2011.

IV. 1. Στην διδακτορική διατριβή του διερευνάται συστηματικά, για πρώτη φορά στην ελληνική νομική επιστήμη, το θέμα: «Η συρροή των ποινικών νόμων», πρόβλημα με σοβαρές πρακτικές συνέπειες κατά την απονομή της ποινικής δικαιοσύνης. Προσπάθησε να διατυπώσει τις προϋποθέσεις για τη σωστή επίλυσή του και να θεμελιώσει τις θέσεις του αντικρούοντας την εκδοχή της διευρύνσεως της αρχής της ειδικότητος. Υπεστήριξε ότι αυτή η διεύρυνση, που επιτελείται με την ενσωμάτωση μέρους των ώς τώρα ρυθμιζόμενων περιπτώσεων με την αρχή της απορροφήσεως, υπερβαίνει τα πλαίσια που έχει διαγράψει γι’ αυτήν η λογική και την καθιστά αβέβαιου περιεχομένου.

2. Με τη διατριβή της υφηγεσίας του «Γενικαί αρχαί της φαινόμενης συρροής εγκλημάτων και ιδίως της κατ’ Ιδέαν», προσδιορίζονται και ταξινομούνται με συστηματικό τρόπο οι γενικές αρχές, σύμφωνα με τις οποίες παρέχεται η δυνατότητα του προσδιορισμού της υφισταμένης λογικής και αξιολογικής σχέσεως των συρρεόντων ποινικών νόμων. Προσδιορίζονται οι περιπτώσεις όπου είναι δυνατόν να συνυπάρχουν και εκείνες κατά τις οποίες ο ένας νόμος απωθεί τον άλλον στην περίπτωση της φαινόμενης κατ’ ιδέαν συρροής.

3. Στην εργασία του: «Η προκαταρκτική εξέταση στην ποινική διαδικασία κλπ.» επιχειρείται η συστηματική διερεύνηση τού θεσμού της προκαταρκτικής εξετάσεως στην ποινική διαδικασία σε συνάρτηση με τις αρχές της νομιμότητος και της σκοπιμότητος. Πρόκειται για ένα θεσμό που ισχύει στη νομοθεσία μας από αρκετά χρόνια και δίκαια ο νομοθέτης τού έχει αποδόσει μεγάλη σημασία. Ωστόσο ως σήμερα δεν έχει αξιοποιηθεί στην πράξη σε όση έπρεπε έκταση. Η συστηματική δογματική έρευνα που επιτελείται στην εργασία αυτή αποτελεί τη βάση της αξιοποιήσεως του θεσμού τής προκαταρκτικής εξετάσεως στην ποινική πράξη.

4. Στην εργασία του: «Εφαρμογή της ποινικής δικονομίας», με την συνεργασία τού καθηγητή Χρήστου Μπάκα, παρουσιάζεται η εφαρμογή της ποινικής δικονομίας στην πράξη, αφού χωρίς τη δεύτερη δεν εμπεδώνεται η πρώτη, ιδιαίτερα μάλιστα στο διαδικαστικό δίκαιο. Μία από τις πιο σημαντικές μορφές τής πρακτικής εφαρμογής της θεωρητικής διδασκαλίας είναι και η συστηματική διατύπωση επιλεγμένων νομικών θεμάτων τα οποία περιέχουν θεωρητικά ζητήματα. Η επίλυσή τους βοηθά στην εμπέδωση της αντίστοιχης θεωρητικής διδασκαλίας. Όταν μάλιστα τα σχετικά πρακτικά θέματα παρακολουθούν και τις απόψεις της νομολογίας των δικαστηρίων μας, τότε δεν γίνεται μόνον εμπέδωση της θεωρητικής διδασκαλίας, αλλά παράλληλα ενημερώνεται ο μελετητής τους για τις τάσεις και απόψεις της σύγχρονης νομολογίας.

5. Με την εργασία του: «Η έννοια και η λειτουργία των αυτοτελών ισχυρισμών στην ποινική δίκη», γίνεται προσπάθεια του εννοιολογικού προσδιορισμού του αυτοτελούς ισχυρισμού και της διακρίσεώς του από την άρνηση της κατηγορίας (απλής και αιτιολογημένης) και από το επιχείρημα. Η έννομη συνέπεια της μη απαντήσεως της δικαστικής αποφάσεως στον αυτοτελή ισχυρισμό του κατηγορουμένου και του εισαγγελέως, είναι η έλλειψη ακροάσεως και η έλλειψη ειδικής αιτιολογίας. H νομολογία του Αρείου Πάγου αποδέχεται κατά κύριο λόγο την δεύτερη εκδοχή, γιατί αποτελεί λόγον αναιρέσεως ο οποίος εξετάζεται αυτεπαγγέλτως.

Stamatis-26. Στην εργασία του: «Η νομική φύσις της συνολικής ποινής και αι προκύπτουσαι εντεύθεν συνέπειαι», επιχειρείται ο προσδιορισμός της εννοίας της συνολικής ποινής, τόσο στην αρχική, όσο και στην επιγενόμενη συρροή εγκλημάτων, όπως επίσης και ο προσδιορισμός της σχέσεως η οποία υφίσταται μεταξύ της συνολικής ποινής και των επί μέρους ποινών. Εξ άλλου γίνεται διάκριση μεταξύ της συνολικής ποινής και της ενιαίας ποινής, γιατί στην ασαφή διάκριση των δύο αυτών εννοιών στηρίζονται ορισμένες εσφαλμένες λύσεις που έχουν υποστηριχθεί. Η συνολική ποινή είναι μόνον ο ενιαίος τρόπος εκτελέσεως των επί μέρους ποινών που έχουν συνεπιμετρηθεί στη συνολική ποινή. Αυτές δεν είναι πλέον επιδεκτικές αυτοτελούς εκτελέσεως, αλλά εκτελούνται με την εκτέλεση της συνολικής ποινής και διατηρούν κατά τα λοιπά την αυτοτέλεια τους.

7. Στα: «Ποινικά σύμμεικτα» συγκεντρώνονται οι δημοσιευμένες σε νομικά περιοδικά αγορεύσεις, προτάσεις και γνωμοδοτήσεις του που αναφέρονται σε καίρια νομικά ζητήματα, τα όποια διατηρούν πάντοτε το θεωρητικό και πρακτικό ενδιαφέρον τους. Οι προτεινόμενες λύσεις και ο τρόπος της επεξεργασίας τους έχουν ασκήσει αποφασιστική επίδραση στην ελληνική νομολογία.

8. Ανέλαβε την επιμέλεια της ενάτης εκδόσεως του «Ποινικού δικαίου» του αειμνήστου διδασκάλου του Ν. Χωραφά, και το ενημέρωσε με σχετικές σημειώσεις του.

V. Ως Εισαγγελεύς Πρωτοδικών Καρδίτσης ίδρυσε εκεί τον Σταθμόν Προστασίας Ανηλίκων, ο όποιος εξακολουθεί να λειτουργεί με επιτυχία. Η προσφορά αυτού του ιδρύματος είναι ιδιαίτερα σημαντική, αφού συμβάλλει στην προστασία της νεότητος της περιοχής, και αναγνωρίζεται και περιβάλλεται με στοργή από την πόλη της Καρδίτσης. Αξίζει να σημειωθεί, ότι ως σήμερα έχει αποκατασταθεί ένας μεγάλος αριθμός νέων και αρκετοί από αυτούς έχουν ικανοποιητική κοινωνική αποκατάσταση και επαγγελματική εξέλιξη.

Υπήρξε αντιπρόεδρος της Ελληνικής Εταιρείας Ποινικού Δικαίου, η όποια έχει σκοπό την καλλιέργεια της ποινικής επιστήμης. Την επιτυχία των δύο Πανελληνίων Συνεδρίων που οργανώθηκαν επί των ημερών του επιβεβαιώνουν οι τόμοι των πρακτικών. Στα Συνέδρια αυτά έλαβε μέρος με ανακοινώσεις του και εισηγήθηκε θέματα που αναφέρονται σε δογματικά ζητήματα του ποινικού δικαίου.

Υπήρξε μέλος της Ενώσεως Ελλήνων Δικονομολόγων. Έλαβε μέρος στα Συνέδρια της Ενώσεως με ανακοινώσεις, εισηγήσεις και παρεμβάσεις. Διετέλεσε Πρόεδρος του 14ου Πανελληνίου Συνεδρίου της Ενώσεως (Πάτρα 1986).

Ο Κωνσταντίνος Σταμάτης υπηρέτησε ως Υπηρεσιακός Υπουργός Δικαιοσύνης κατά τις βουλευτικές εκλογές:
1. 2 Ιουνίου 1989-2 Ιουλίου 1989,
2. 12 Οκτωβρίου 1989-23 Νοεμβρίου 1989,
3. και κατά τις βουλευτικές εκλογές του 1990.
4. Μετείχε ως Υπουργός Δικαιοσύνης στην Οικουμενική Κυβέρνηση Ξ. Ζολώτα, από τις 23 Νοεμβρίου 1989-11 Απριλίου 1990.

VI. ΔΗΜΟΣΙΕΥΜΕΝΕΣ ΕΡΓΑΣΙΕΣ

1. Η συρροή ποινικών νόμων εν γένει και η μη τιμωρητή πρότερα η υστέρα πράξις, Αθήνα 1967 (διδακτορική διατριβή, Πανεπιστήμιο Αθηνών).

2. Γενικαί αρχαί της φαινόμενης συρροής εγκλημάτων και ιδίως της κατ’ Ιδέαν, Θεσσαλονίκη 1972 (διατριβή επί υφηγεσία, Πανεπιστήμο Αθηνών).

3. Η προκαταρκτική εξέταση στην ποινική διαδικασία και οι αρχές της νομιμότητας και της σκοπιμότητας, Αθήνα 1984.

4. Εφαρμογή της ποινικής δικονομίας, Αθήνα 1987 (σε συνεργασία με τον καθηγητή Χρ. Μπάκα).

5. Ποινικά σύμμεικτα, Αθήνα 1988 (συλλογή δημοσιευμένων στο νομικό τύπο γνωμοδοτήσεων, αγορεύσεων, προτάσεων κλπ, επί σημαντικών νομικών ζητημάτων του ουσιαστικού και δικονο-μικού ποινικού δικαίου). (Επανέκδοση 2011)

6. Νικολάου Χωραφά, Ποινικόν Δίκαιον, έκδοσις 9η, Επιμέλεια εκδόσεως Κ. Εμμ. Σταμάτη, Αθήνα 1978.

7. Η έννοια και η λειτουργία των αυτοτελών ισχυρισμών στην ποινική δίκη. Στον Τιμητικό τόμο «ΜΝΗΜΗ Ν. Χωραφά, Η. Γάφου, Κ. Γαρδίκα», τόμ. Β, 1986, σ. 71 επ.

8. Η έννοια των αθέμιτων αποδεικτικών μέσων στο διαδικαστικό δίκαιο και ιδιαίτερα στο ποινικό δίκαιο. (Παρέμβαση στο 13ο Πανελλήνιο Συνέδριο Ελλήνων Δικονομολόγων, Θεσσαλονίκη 1985). Επιστημονική Επετηρίς Αρμενοπούλου, 1, 1986, σ. 61 έπ.

9. Η επιβαρυντική περίσταση ως στοιχείο δικαστικής επιμετρήσεως της ποινής και ως στοιχείο της εννοίας του εγκλήματος (Εισήγηση στο 1ο Πανελλήνιο Συνέδριο της Ελληνικής Εταιρείας Ποινικού Δικαίου, Αθήνα 1985). Πρακτικά Συνεδρίου, 1987, σ. 114 έπ.

10. Η εξέτασις των διαδίκων, ως νέον κατά τον ΚΠολΔ μέσον αποδείξεως και η σχέσις αυτού προς τα λοιπά αποδεικτικά μέσα. (Εισήγηση στο 4ο Πανελλήνιο Συνέδριο Ελλήνων Δικονομολόγων). Δίκη, τόμ. 4, σ. 433 επ.

11. Τα συμπεράσματα πού προκύπτουν από το 14ο Πανελλήνιο Συνέδριο Ελλήνων Δικονομολόγων, αναφορικά με το δικαίωμα προβολής νέων αποδείξεων και νέων πραγματικών ισχυρισμών, στην κατ’ έφεση πολιτική δίκη. (Διατύπωση των συμπερασμάτων του Συνεδρίου στο όποιο προήδρευσε, Βλ. τα Πρακτικά του Συνεδρίου)

12. Η έννοια της δικαστικής προστασίας του άρθρου 20 Συντ. 1975 και οι προϋποθέσεις της εφαρμογής της. (Παρέμβαση στο 10ο Πανελλήνιο Συνέδριο Ελλήνων Δικονομολόγων). Δίκη, 13, 658 επ.

13. Εκπρόθεσμος αίτησις ακυρώσεως διαδικασίας παρά κατηγορουμένου έχοντος γνωστή διαμονή (μελέτη), Ποιν. Χρον. Β, 95.

14. Η έννοια του εκ του αποτελέσματος εγκλήματος (μελέτη), Ποιν. Χρον. ΙΔ, 188 επ.

15. Η επίδραση της διδασκαλίας του Νικολάου Χωραφά εις την διαμόρφωσιν της ελληνικής νομολογίας (μελέτη), Ποιν. Χρον. Ιθ, 193 επ.

16. Η έννοια και η λειτουργία του ενδίκου μέσου της αναιρέσεως υπέρ του νόμου στην ποινική δίκη. Στον τιμητικό Τόμο για τα 150 χρόνια του Αρείου Πάγου.

17. Το πρόβλημα της ενεργητικής συμμετοχής του θύματος στην ποινική δίκη, ιδιαίτερα με την ιδιότητα του πολιτικώς ενάγοντος. (Εισήγηση στο 2ο Πανελλήνιο Συνέδριο της Ελληνικής Εταιρείας Ποινικού Δικαίου, 1987). Βλ. τα Πρακτικά του συνεδρίου .

18. Η δικαιοπλαστική επίδραση της νομολογίας του Αρείου Πάγου στην διαμόρφωση του δικαίου. (Ο πανηγυρικός λόγος για τα 150 χρόνια του Αρείου Πάγου), Νομικόν Βήμα, τόμ. 34, σ. 152 επ.

19. Ό εισαγγελικός θεσμός, η διαμόρφωσή του και η λειτουργική του αρμοδιότητα (μελέτη), Ποιν. Χρον. Λ, 609 επ.

20. Ο εισόδιος λόγος του Χριστοδούλου Κλονάρη κατά την έναρξιν των εργασιών του Ανεκκλήτου Κριτηρίου το έτος 1829 (μελέτη), Αρμενόπουλος, τόμ. 25, σ. 963 επ.

21. Η νομική φύσις της συνολικής ποινής και αι προκύπτουσαι εντεύθεν συνέπειαι (Ποιν. Χρον. ΚΣΤ, 593 έπ.).

22. Μία ιδιόρρυθμος ποινική απόφασις του Πρωτοκλήτου Δικαστηρίου της κάτω Μεσσηνίας, επί Καποδιστρίου. Στα ΜΕΣΣΗΝΙΑΚΑ, 1969-1970, σ. 145 επ.

V. ΜΕΤΑΦΡΑΣΕΙΣ

Έχει μεταφράσει και συμπληρώσει με εκτενή σχόλια και παρατηρήσεις του αποφάσεις του Ομοσπ. Γερμανικού Ακυρωτικού (BGH), οι οποίες αναφέρονται σε σημαντικά θέματα της δογματικής του ποινικού δικαίου:

1. Απόφαση 26.5.1964, Ποιν. Χρον. ΙΣΤ, 114, όπου και οι παρατηρήσεις του.

2. Απόφαση 31.8.1962, Ποιν. Χρον. ΙΣΤ, 635, όπου και οι παρατηρήσεις του.

3. Απόφαση 7.2.1967, Ποιν. Χρον. ΙΗ, 310, όπου και οι παρατηρήσεις του.

4. Απόφαση 25.1.1967, Ποιν. Χρον. ΙΗ, 118, όπου και οι παρατηρήσεις του.

5. Απόφαση Εφετ. Στουτγάρδης 17.5.1965, Ποιν. Χρον. ΙΣΤ, 117, όπου και οι παρατηρήσεις του.

Advertisements